Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Guns Of Brixton - Revised



    Το πρώτο πράγμα που μου κάνει εντύπωση είναι οι ομοιότητες των ταραχών με αυτές του 1981 στο Λονδίνο, και ειδικά στην περιοχή του Μπρίξτον, και όχι με τις διαμαρτυρίες κατά των περικοπών στην Ελλάδα και την Ισπανία. Το 1981, όπως και τώρα, η αστυνομία προσπαθούσε να αντιδράσει σε πολλαπλά περιστατικά ληστειών, τα οποία αφορούσαν κυρίως τη μαύρη κοινότητα. Τότε, όπως και τώρα, η μητροπολιτική αστυνομία του Λονδίνου ήταν αποδυναμωμένη. Τότε λόγω σειράς σκανδάλων σε σχέση με το τμήμα ηθών, τώρα λόγω του ρόλου της στην υπόθεση Μέρντοχ.


Η μαύρη κοινότητα
   
    Το 1981 η εικόνα και η αποτελεσματικότητα της αστυνομίας είχαν επιδεινωθεί σημαντικά λόγω ρατσιστικής συμπεριφοράς και στοχοποίησης μελών της μαύρης κοινότητας στο ανατολικό Λονδίνο. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα· και μάλιστα στην τρέχουσα περίπτωση έχουμε και το θάνατο του Μαρκ Ντούγκαν, που φαίνεται να αποδίδεται σε κατάχρηση βίας από όργανο της τάξης.

    Ενα άλλο σημείο που, κατά την άποψή μου, κάνει τις τωρινές ταραχές να μοιάζουν με αυτές του 1981 είναι η εξάπλωση των επεισοδίων σε διάφορα προάστια του Λονδίνου, ακόμα και προάστια που θεωρούνται "ασφαλή" και "καλά".

     Στην περίπτωση του 1981, πάντως, οι ταραχές επιβεβαίωναν, για την πλειονότητα του κόσμου, την αποτυχία των πολιτικών της Μάργκαρετ Θάτσερ, που είχαν οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλεισμό και περιθωριοποίηση της μαύρης κοινότητας. Αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να διαμορφώνεται τέτοιο κλίμα -τουλάχιστον όχι ακόμα- κατά της κυβέρνησης του Ντέιβιντ Κάμερον. Διακρίνω ακόμα και μια σημαντική διαφορά στην αντίδραση του κόσμου. Σήμερα διαμορφώνεται μια κοινωνική πλειοψηφία που απαιτεί την παραδειγματική τιμωρία των συλληφθέντων για συμμετοχή στις ταραχές, ακόμα και με έκτακτα μέτρα εκτός του ποινικού κώδικα. Ακούμε για έξωση από τις εργατικές κατοικίες για τις οικογένειές τους και αποκλεισμό από κοινωνικές παροχές. Το 1981 δεν υπήρχαν τέτοιες αντιδράσεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ακόμα και ο δεξιός Τύπος δεν είχε ακραίες αντιδράσεις τότε στα γεγονότα, δεν ζητούσε το "κεφάλι" των συλληφθέντων. Σήμερα βλέπω να συμβαίνει το αντίθετο.

Απόσπασμα συνέντευξης του Τζον Ντέιβις στη Ματίνα Στέβη της εφημερίδας Ελευθεροτυπία.
Ο Τζον Ντέιβις είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εξειδικεύεται στη Νεότερη Ιστορία του Λονδίνου, στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Δημοσιεύτηκε στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία στις 13-08-2011.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Guns of Brixton


written and sung by bassist of  "The Clash"
Paul Simonon

When they kick out your front door
How you gonna come?
With your hands on your head
Or on the trigger of your gun

When the law break in
How you gonna go?
Shot down on the pavement
Or waiting in death row

You can crush us
You can bruise us
But you'll have to answer to
Oh, Guns of Brixton

The money feels good
And your life you like it well
But surely your time will come
As in heaven, as in hell

You see, he feels like Ivan
BORN under the Brixton sun
His game is called survivin'
At the end of the harder they come

You know it means no mercy
They caught him with a gun
No need for the Black Maria
Goodbye to the Brixton sun

You can crush us
You can bruise us
But you'll have to answer to
Oh-the guns of Brixton

When they kick out your front door
How you gonna come?
With your hands on your head
Or on the trigger of your gun

You can crush us
You can bruise us
And even shoot us
But oh- the guns of Brixton

Shot down on the pavement
Waiting in death row
His game was survivin'
As in heaven as in hell

You can crush us
You can bruise us
But you'll have to answer to
Oh, the guns of Brixton
Oh, the guns of Brixton
Oh, the guns of Brixton
Oh, the guns of Brixton
Oh, the guns of Brixton

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Οι λαοί της Ευρώπης αφυπνίζονται

«Μην ντραπείτε να ζητήσετε το φεγγάρι»
Η ευρωπαϊκή κρίση, η οποία εκτός από οικονομική είναι επίσης και δημοκρατική, εγείρει τέσσερα θεμελιώδη ερωτήματα.

Του SERGE HALIMI
(Αρθρογράφος της Le MONDE diplomatique)

Γιατί κάποιες πολιτικές, παρόλο που η χρεοκοπία τους ήταν προδιαγεγραμμένη, εφαρμόστηκαν σε τέσσερεις χώρες (Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) με χαρακτηριστική δριμύτητα; Πόσο μεγάλοι φωστήρες μπορεί να είναι οι αρχιτέκτονες αυτών των επιλογών, ώστε η κάθε -προβλεπόμενη- αποτυχία του φαρμάκου που προτείνουν να τους οδηγεί στην απόφαση να δεκαπλασιάζουν τη δόση; Πώς, σε ένα δημοκρατικό σύστημα, να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι οι λαοί που πέφτουν θύματα τέτοιων συνταγών μοιάζουν να μην έχουν άλλη επιλογή από το να αντικαταστήσουν μια αποτυχημένη κυβέρνηση με μια άλλη, ιδεολογική κόπια της προηγούμενης και αποφασισμένη να εφαρμόσει την ίδια «θεραπεία σοκ»; Εντέλει, είναι δυνατόν να γίνουν τα πράγματα αλλιώς;

Η απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα είναι επιβεβλημένη, από τη στιγμή που ξεφεύγουμε από τη διαφημιστική φλυαρία περί «γενικού συμφέροντος», «κοινών ευρωπαϊκών αξιών» ή «κοινής διαβίωσης». Οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν είναι παράλογες. Είναι, αντιθέτως, ορθολογιστικές. Και, επί της ουσίας, επιτυγχάνουν τον στόχο τους. Μόνο που αυτός δεν είναι να μπει ένα τέλος στην οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά να δρέψουν κάποιοι τους καρπούς της, που κρύβουν απίστευτο ζουμί. Μια κρίση η οποία επιτρέπει να καταργούνται χιλιάδες θέσεις δημοσίων υπαλλήλων (στην Ελλάδα, οι εννέα στις δέκα θέσεις που μένουν κενές λόγω συνταξιοδότησης δεν θα αναπληρώνονται), να πετσοκόβονται οι ασφαλιστικές παροχές και η διάρκεια της άδειας μετά αποδοχών, να ξεπουλιούνται ολόκληρα φιλέτα της οικονομίας προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων, να αμφισβητείται το δικαίωμα στην εργασία, να αυξάνονται οι έμμεσοι φόροι (οι πιο άδικοι) και το κόστος των δημοσίων υπηρεσιών, να μειώνονται οι εισφορές για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, να ικανοποιείται, εν συντομία, το όνειρο για μια κοινωνία της αγοράς - η κρίση αποτελεί θείο δώρο για τους θιασώτες του φιλελευθερισμού. Σε κανονικές εποχές, το παραμικρό από τα παραπάνω μέτρα θα τους υποχρέωνε να δώσουν έναν αβέβαιο και άγριο αγώνα. Εδώ, τα πάντα γίνονται μονομιάς. Γιατί, λοιπόν, να επιθυμούν την έξοδο από ένα τούνελ που για αυτούς είναι σαν μια λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας με προορισμό τη Γη της Επαγγελίας;

«ΖΗΤΩ Η ΚΡΙΣΗ»

Στις 11 Ιουνίου, ένας αρθογράφος του «The Economist» σημείωνε ότι «οι Ελληνες που ενδιαφέρονται πραγματικά για μεταρρυθμίσεις, αλλά βλέπουν στην κρίση μια ευκαιρία για να επαναφέρουν τη χώρα στον ίσιο δρόμο. Πλέκουν κρυφά το εγκώμιο των ξένων που σφίγγουν τα λουριά των βουλευτών τους(1)». Στο ίδιο τεύχος του φιλελεύθερου εβδομαδιαίου εντύπου, μπορούσε κανείς να βρει και μια ανάλυση του προγράμματος λιτότητας που επέβαλαν στην Πορτογαλία η Ε.Ε. και το ΔΝΤ. «Οι επιχειρηματίες δηλώνουν κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να υπάρξουν αποκλίσεις. Ο Πέντρο Φεράζ Ντα Κόστα, ο οποίος διευθύνει μια δεξαμενή σκέψης που πρόσκειται στην εργοδοσία, εκτιμά ότι κανένα πολιτικό κόμμα τα τελευταία 30 χρόνια δεν θα είχε τολμήσει να προτείνει ένα τόσο ακραίο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Και προσθέτει ότι η Πορτογαλία δεν πρέπει να αφήσει μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη(2)». Ζήτω η κρίση, με λίγα λόγια.

Τριάντα χρόνια. Αυτή είναι περίπου η ηλικία της πορτογαλικής δημοκρατίας, τότε που ο λαός έραινε με γαρίφαλα τους νεαρούς συνταγματάρχες για να τους ευχαριστήσει επειδή ανέτρεψαν μια δικτατορία, έβαλαν τέλος στους αποικιοκρατικούς πολέμους και υποσχέθηκαν αγροτική μεταρρύθμιση, καμπάνιες κατά του αναλφαβητισμού και την εξουσία στους εργάτες μέσα στα εργοστάσια. Μόνο που, με τη μείωση του ελάχιστου εισοδήματος και των επιδομάτων της ανεργίας, τις φιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» στις συντάξεις, στην υγεία, στην παιδεία και τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, πραγματοποιείται το μεγάλο άλμα προς τα πίσω. Το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο για το μεγάλο κεφάλαιο. Και το γιορτινό δέντρο θα συνεχίσει να λυγίζει από τα πολλά δώρα, αφού ο νέος πρωθυπουργός, Πάσος Κοέλιο, υποσχέθηκε να προχωρήσει πέρα από τις επιταγές της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Θέλει, πράγματι, να «καταπλήξει» τους επενδυτές.

«Συνειδητά ή όχι», λέει στην ανάλυσή του ο αμερικανός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, «οι κυβερνώντες υπηρετούν σχεδόν αποκλειστικά τα συμφέροντα των δανειστών -αυτών που αποκομίζουν τεράστια κέρδη από την περιουσία τους, αυτών που δάνεισαν πολλά χρήματα στο παρελθόν, πολλές φορές απερίσκεπτα και τους οποίους σήμερα προστατεύουν από τυχόν απώλειες με το να τις μεταθέτουν σε όλους τους άλλους». Ο Κρούγκμαν εκτιμά ότι οι επιλογές των κεφαλαιούχων επιβάλλονται με ολοένα μεγαλύτερη φυσικότητα, καθώς «δαπανούν σημαντικά ποσά στις προεκλογικές εκστρατείες και έχουν πρόσβαση στους πολιτικούς, οι οποίοι, μόλις πάψουν να κατέχουν δημόσια αξιώματα, πηγαίνουν συχνά να δουλέψουν για αυτούς(3)». Στο πλαίσιο των συζητήσεων στην Ευρώπη σχετικά με την παροχή οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα, η αυστριακή υπουργός Οικονομικών, Μαρία Φέκτερ, έκανε αρχικά την εκτίμηση ότι «δεν μπορείτε να αφήνετε τις τράπεζες να πραγματοποιούν κέρδη ενώ οι φορολογούμενοι υφίστανται τις απώλειες(4)». Συγκινητική η αφέλειά της. Η Ευρώπη, αφού δίστασε για 48 ώρες, επέτρεψε στα «συμφέροντα των δανειστών» να κυριαρχήσουν σε όλα τα μέτωπα.

Φαινομενικά, η κρίση του εθνικού χρέους είναι το αποτέλεσμα «περίπλοκων» μηχανισμών, η γνώση των οποίων προϋποθέτει την ικανότητα να παίζεις στα δάχτυλα τις συνεχείς εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύμπλεγμα: παράγωγα προϊόντα, ασφάλιστρα κινδύνου (τα περίφημα CDS ή «credit default swaps») κ.λπ. Αυτή η εξειδίκευση δυσχεραίνει την ανάλυση ή μάλλον την περιορίζει σε έναν στενό κύκλο «ειδημόνων», οι οποίοι, γενικά, είναι κι αυτοί που επωφελούνται. Αυτοί εξαργυρώνουν τη γνώση τους, ενώ οι «αναλφάβητοι» της οικονομίας πληρώνουν, νομίζοντας ίσως ότι πρόκειται για ένα αναπόφευκτο χαράτσι. Ή για έναν νεωτερισμό που τους ξεπερνά, ο οποίος, εντέλει, είναι το ίδιο πράγμα. Ας δοκιμάσουμε καλύτερα την απλότητα, δηλαδή, την πολιτική.

Ο ΒΡΑΧΝΑΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ

Αλλοτε, οι ευρωπαίοι μονάρχες έπαιρναν δάνεια από τους δόγηδες της Βενετίας, τους εμπόρους της Φλωρεντίας και τους τραπεζίτες της Γένοβας. Κανένας δεν μπορούσε να τους εξαναγκάσει να τα εξοφλήσουν. Ενίοτε τα μοιράζονταν μεταξύ τους, γεγονός που έλυνε το πρόβλημα του δημόσιου χρέους... Πολύ αργότερα, το νεοσύστατο σοβιετικό καθεστώς γνωστοποίησε ότι δεν σκόπευε να εξοφλήσει τα ποσά τα οποία είχαν δανειστεί και διασπαθίσει οι τσάροι. Ολόκληρες γενιές γάλλων αποταμιευτών βρέθηκαν τότε ξαφνικά με «ρώσικα δάνεια» χωρίς καμία αξία στα κιτάπια τους.
Αλλά υπήρχαν και άλλοι, πιο υπόγειοι, τρόποι για να χαλαρώσει ο βραχνάς των δανείων(5). Κάπως έτσι, το δημόσιο χρέος της Βρετανίας πέρασε μεταξύ 1945 και 1955 από το 216% στο 138% του ΑΕΠ, των ΗΠΑ από το 116% στο 66%. Χωρίς πρόγραμμα λιτότητας. Ισα ίσα. Βέβαια, η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της μεταπολεμικής περιόδου απορρόφησε αυτομάτως ένα τμήμα του χρέους στον εθνικό πλούτο. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Γιατί τότε τα κράτη εξοφλούσαν μια νομισματική αξία η οποία ελαττωνόταν κάθε χρόνο λόγω του επιπέδου του πληθωρισμού. Οταν ένα δάνειο που έχει εκδοθεί με ετήσιο επιτόκιο 5% εξοφλείται με ένα νόμισμα το οποίο κάθε χρόνο χάνει το 10% της αξίας του, αυτό που ονομάζουμε «πραγματικό επιτόκιο» γίνεται αρνητικό - κι αυτός που κερδίζει είναι ο οφειλέτης. Πράγματι, από το 1945 ώς το 1980, το πραγματικό επιτόκιο ήταν αρνητικό σχεδόν κάθε χρόνο στις περισσότερες χώρες της Δύσης. Αποτέλεσμα, «οι καταθέτες έβαζαν τα λεφτά τους σε τράπεζες που δάνειζαν τα κράτη με επιτόκια κατώτερα του πληθωρισμού(6)». Οπότε, το δημόσιο χρέος ξεφούσκωνε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Στις ΗΠΑ, τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια επέφεραν στα ταμεία του αμερικανικού κράτους ένα ποσό που ανερχόταν στο 6,3% του ΑΕΠ το χρόνο καθ' όλη τη δεκαετία 1945 - 1955(7).

Γιατί δέχονταν οι «καταθέτες» να τους κλέβουν; Γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Εξαιτίας του ελέγχου των κεφαλαίων, καθώς και της εθνικοποίησης των τραπεζών, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο από το να δανείζουν το κράτος, το οποίο εξασφάλιζε με αυτό τον τρόπο τη χρηματοδότησή του(8). Οι πλούσιοι ιδιώτες δεν είχαν επομένως τη δυνατότητα να αγοράσουν κερδοσκοπικά επενδυτικά ομόλογα Βραζιλίας που συνδέονταν με την εξέλιξη της τιμής της σόγιας για τα επόμενα τρία χρόνια... Απέμενε η διαρροή των κεφαλαίων και οι βαλίτσες γεμάτες πλάκες χρυσού που έφευγαν από τη Γαλλία με προορισμό την Ελβετία την παραμονή μιας νομισματικής υποτίμησης ή μιας εκλογικής αναμέτρησης στην οποία ενδεχομένως να νικούσε η αριστερά. Μόνο που τότε οι απατεώνες κινδύνευαν να προσγειωθούν στη φυλακή.

Τη δεκαετία του 1980 το σκηνικό ανατράπηκε. Οι αναπροσαρμογές των μισθών με γνώμονα τον πληθωρισμό (κινητή κλίμακα) προστάτευαν την πλειονότητα των εργαζομένων από τις συνέπειές του, ενώ η απουσία ελευθερίας κινήσεων των κεφαλαίων υποχρέωνε τους επενδυτές να υποστούν τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια. Στη συνέχεια, θα συνέβαινε το αντίθετο.
Η κινητή μισθολογική κλίμακα εξαφανίζεται σχεδόν παντού - στη Γαλλία, ο οικονομολόγος Αλέν Κοτά θα χαρακτηρίσει αυτή τη μείζονος σημασίας απόφαση, η οποία ελήφθη το 1982, «δώρο Ντελόρ» (στην εργοδοσία). Εξάλλου, μεταξύ 1981 και 2007, η λερναία ύδρα του πληθωρισμού ηττάται κατά κράτος και τα πραγματικά επιτόκια γίνονται σχεδόν πάντα θετικά. Εκμεταλλευόμενοι την απελευθέρωση στην κίνηση των κεφαλαίων, οι «καταθέτες» (να διευκρινίσουμε ότι δεν αναφερόμαστε στη συνταξιούχο από την Λισαβόνα που έχει έναν αποταμιευτικό λογαριασμό ούτε στον υπάλληλο από τη Θεσσαλονίκη... ) βάζουν τα κράτη να ανταγωνίζονται το ένα το άλλο και, σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Φρανσουά Μιτεράν, «βγάζουν λεφτά στον ύπνο τους». Επιβράβευση του ρίσκου χωρίς ανάληψη ρίσκου! Χρειάζεται, άραγε, να υπογραμμίσουμε ότι, όταν περνάμε από την κινητή μισθολογική κλίμακα με αρνητικά πραγματικά επιτόκια, σε μια ταχεία πτώση της αγοραστικής δύναμης μαζί με την ανταπόδοση του κεφαλαίου που κάνει φτερά, επέρχεται συνολική ανατροπή των κοινωνικών δεδομένων;

ΕΚΒΙΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΑ

Φαίνεται όμως πως αυτό δεν είναι πλέον αρκετό. Στους μηχανισμούς που ευνοούν το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, η «τρόικα» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, ΔΝΤ) επέλεξε να προσθέσει τον εξαναγκασμό, τον εκβιασμό και τα τελεσίγραφα. Καθημαγμένα κράτη από την υπερβολικά γενναιόδωρη βοήθεια που παρείχαν στις τράπεζες, εκλιπαρούν για ένα δάνειο προκειμένου να βγάλουν τον μήνα. Η τρόικα τα πιέζει να επιλέξουν ανάμεσα στη φιλελεύθερη κάθαρση και τη χρεοκοπία. Ενα ολόκληρο κομμάτι της Ευρώπης, το οποίο χθες γκρέμιζε τις δικτατορίες του Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ, του Φρανσίσκο Φράνκο και των ελλήνων συνταγματαρχών, υποβιβάζεται σε προτεκτοράτο υπό τη διοίκηση των Βρυξελλών, της Φρανκφούρτης και της Ουάσινγκτον. Βασική αποστολή: η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι κυβερνήσεις των κρατών παραμένουν στις θέσεις τους, αλλά μόνο και μόνο για να επιβλέπουν την ορθή εκτέλεση των εντολών και να τους φτύνει, όπως είναι επόμενο, ο λαός τους, ο οποίος έχει καταλάβει ότι δεν θα γίνει ποτέ αρκετά φτωχός ώστε να τον λυπηθεί το σύστημα. «Η πλειονότητα των Ελλήνων συγκρίνει τη διεθνή δημοσιονομική κηδεμονία με μια νέα δικτατορία η οποία έχει διαδεχθεί τη δικτατορία των συνταγματαρχών που βίωσε η χώρα από το 1967 ώς το 1974(9)», αποκαλύπτει η «Le Figaro». Πώς είναι δυνατό να φαντάζεται κανείς ότι η ευρωπαϊκή ιδέα θα βγει ενισχυμένη από τη στιγμή που παρομοιάζεται με έναν δεσμοφύλακα, με έναν ξένο δικαστικό κλητήρα που αρπάζει τα νησιά σας, τις παραλίες σας και τα εθνικά σας πάρκα για να τα μεταπωλήσει σε ιδιώτες; Είναι δυνατόν, μετά το 1919 και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, να αγνοεί κανείς τον καταστροφικό εθνικισμό που μπορεί να εξαπολύσει ένα τέτοιο αίσθημα ταπείνωσης του λαού;

ΑΟΠΛΗ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ

Οι προκλήσεις, στο μεταξύ, πολλαπλασιάζονται. Ο επόμενος πρόεδρος της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, ο Μάριο Ντράγκι, ο οποίος, όπως και ο προκάτοχός του, θα εκδώσει προσταγές «λιτότητας» προς την Αθήνα, είχε διατελέσει πρόεδρος της Goldman Sachs την εποχή που η εν λόγω επιχειρηματική τράπεζα βοηθούσε την ελληνική δεξιά να καμουφλάρει τους δημόσιους λογαριασμούς της(10). Το ΔΝΤ, το οποίο επίσης έχει άποψη και για το γαλλικό σύνταγμα, ζητά από το Παρίσι να εντάξει σε αυτό έναν «κανόνα δημοσιονομικής ισορροπίας». Το σχετικό έργο έχει αναλάβει ο Νικολά Σαρκοζί.

Η Γαλλία, από την πλευρά της, γνωστοποιεί ότι θα ήθελε να δει τα ελληνικά κόμματα «να ενωθούν και να σχηματίσουν μια συμμαχία» κατά τα πρότυπα των ομολόγων τους στην Πορτογαλία. Ο πρωθυπουργός, Φρανσουά Φιγιόν, καθώς και ο Ζοζέ Μπαρόζο, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχουν επιχειρήσει, εξάλλου, να πείσουν για αυτό τον ηγέτη της ελληνικής δεξιάς, Αντώνη Σαμαρά. Τέλος, ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ, ο πρόεδρος της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, ονειρεύεται «να αποκτήσουν οι ευρωπαϊκές αρχές δικαίωμα βέτο σε ορισμένες αποφάσεις εθνικής οικονομικής πολιτικής(11)».

Η Ονδούρα έχει δημιουργήσει ζώνες χωρίς δασμούς, στις οποίες ο κρατικός έλεγχος δεν έχει καμία ισχύ(12). Η Ευρώπη, στο ίδιο πνεύμα, εγκαινιάζει σήμερα «θέματα εκτός ελέγχου» (οικονομία, κοινωνικά), στα οποία εξανεμίζονται οι διαφωνίες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς πρόκειται για τομείς περιορισμένης ή μηδενικής εθνικής κυριαρχίας. Οπότε, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από «κοινωνικά ζητήματα»: την μπούργκα, τη νομιμοποίηση της κάνναβης, τα ραντάρ στους αυτοκινητόδρομους, τη διαμάχη της ημέρας με αφορμή την κίνηση ανυπομονησίας ή τη βρισιά που ξεστόμισε ένας ζαλισμένος πολιτικός ή ένας καλλιτέχνης που ήπιε πάρα πολύ. Τούτη η συνολική εικόνα επιβεβαιώνει μια τάση που έχει αρχίσει να διαφαίνεται τις δύο τελευταίες δεκαετίες: Η πραγματική πολιτική εξουσία να μετατοπίζεται σε θέματα δημοκρατικού εφησυχασμού. Αυτό, ώς την ημέρα που η αγανάκτηση θα ξεσπάσει. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα.

Μόνο που η αγανάκτηση είναι άοπλη, χωρίς τη γνώση των μηχανισμών που την προκάλεσαν και χωρίς πολιτικό υπόβαθρο. Οι λύσεις -να γυρίσουμε την πλάτη στις μονεταριστικές και αποπληθωριστικές πολιτικές που επιδεινώνουν την «κρίση», να καταργηθεί πλήρως το χρέος ή ένα τμήμα του, να πάρουμε στην κατοχή μας τις τράπεζες, να υποτάξουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα, να πετύχουμε την αποπαγκοσμιοποίηση, να επανακτήσουμε τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που έχασε το κράτος από τη μείωση της φορολογίας, γεγονός που ευνοεί τους πλούσιους (70 δισ. ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ οι απώλειες στη Γαλλία την τελευταία δεκαετία) - είναι γνωστές. Και οι άνθρωποι που οι γνώσεις τους περί οικονομίας δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις αντίστοιχες του κυρίου Τρισέ, αλλά που δεν υπηρετούν τα ίδια συμφέροντα με αυτόν, τις έχουν αναλύσει λεπτομερώς(13).

Δεν έχουμε, επομένως, να κάνουμε τόσο με μια συζήτηση «τεχνικού» και οικονομικού χαρακτήρα, όσο με έναν πολιτικό και κοινωνικό αγώνα. Οι φιλελεύθεροι, βέβαια, θα χλευάσουν λέγοντας πως οι προοδευτικοί διεκδικούν το ανέφικτο. Τι άλλο όμως κάνουν αυτοί πέρα από το να βάζουν την τελευταία πινελιά σε μια ανυπόφορη κατάσταση; Ισως, λοιπόν, είναι καιρός να ξαναφέρουμε στη μνήμη μας την προτροπή που απηύθυνε ο Ζαν Πολ Σαρτρ με τη βοήθεια του Πολ Νιζάν: «Μην ντραπείτε να ζητήσετε το φεγγάρι(14)».

Βιβλιογραφία:
(1) Charlemagne, «It's all greek to them», «The Economist», 11-6-11.
(2) «Α grim inheritance», «The Economist», 11-6-11.
(3) Paul Krugman, «Rule by rentiers», «The New York Times», 10-6-11.
(4) «International Herald Tribune», 15-6-11.
(5) Διαβάστε, Laurent Cordonnier «Un pays peut-il faire faillite?», «Le Monde Diplomatique», Μάρτιος 2010.
(6) «The great depression», «The Economist», 18-6-11, όπου αναλύεται λεπτομερώς η ιστορία του μηχανισμού.
(7) Ο.π.
(8) Διαβάστε, Pierre Rimpert, «Nous avons eu le pouvoir, maintenant il nous faut l' argent», « Le Monde Diplomatique», Απρίλιος 2009.
(9) «Le Figaro», Παρίσι, 16-6-11.
(10) Διαβάστε, «Η Ελλάδα, η Goldman Sachs και η στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης», «Le Monde Diplomatique»-«ΚΕ», 7-3-10, Βλ. http://www.monde-diplomatique.gr/ecrire/?exec=articles&id_article=266
(11) Reuters, 2 Ιουνίου 2011.
(12) Διαβάστε, Maurice Lemoine, «Villes privees dans la jungle», «Le Monde Diplomatique», Ιούνιος 2011.
(13) Τα δυο τελευταία χρόνια, η «Le Monde Diplomatique» έχει δημοσιεύσει πολλές σχετικές προτάσεις. Μπορείτε επίσης να διαβάσετε: «Manifeste des economistes atterres» (http://atterres.org/?q=node/1)
(14) Πρόλογος του Ζαν Πολ Σαρτρ στο «Αντεν Αραβία», εκδόσεις «Κέδρος».

Πρωτοδημοσιεύτηκε στη LE MONDE diplomatique
και αναδημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 17-07-2011.



Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Αν δεν είσαι τυχαίος

Οι παρακάτω στίχοι είναι του
Γιώργου Θεοχάρη

Αν δεν είσαι τυχαίος
δεν θα πιω στην υγειά σου
αν δεν έχεις σημαία
προβοσκίδα και χρέος
οπαδός αν δεν είσαι
που ξεχνάς τ' όνομα σου
κάνε τόπο να ζήσεις
δε χωράς, μην καθίσεις
να' χες ένα ψεγάδι
έστω ένα μονάχα
να μη ντρέπομαι που' χω
ένα μάτι πιο λίγο
στον καημό σου να κάνω
πως εδάκρυσα τάχα
και να μην αρρωστήσω
στη χαρά σου και φύγω
μην ξοδεύεις το φως σου
σε αδέσποτες ώρες
τώρα που' χω μια θέση
βολική στο σκοτάδι
είσαι πρόσκαιρος, λίγος
ξαφνικός σαν τις μπόρες
είσαι μόνος και είμαι
ουραγός σε κοπάδι
αν δεν είσαι τυχαίος
καιροσκόπος σακάτης
αν δεν έχεις σημαία
προβοσκίδα και χρέος
οπαδός μιας ιδέας
που ξεχνάς τ' όνομα της
οι καρέκλες μας τέρμα
μην ταράζεις το τέλμα

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Οι ερευνητές δεν τολμούν να ερευνήσουν









    Η τουρκάλα κοινωνιολόγος Πινάρ Σελέκ πλήρωσε πολύ ακριβά τις κριτικές εργασίες της για τα παιδιά του δρόμου, τους τρανσεξουαλικούς, τη στρατιωτική θητεία και το κουρδικό ζήτημα. Φυλακίστηκε και υπέστη βασανιστήρια επί δυόμισι χρόνια για τη «βομβιστική επίθεση» που υποτίθεται ότι διέπραξε το 1998 στην Αιγυπτιακή Αγορά της Κωνσταντινούπολης. Ομως, στις 9 Φεβρουαρίου του 2011, αθωώθηκε για τρίτη φορά από τη Δικαιοσύνη.
   
    Οπως, εξάλλου, συνέβη και στις προηγούμενες δίκες της, το 2006 και το 2008, οι δικαστές αναγνώρισαν ότι η έκρηξη οφειλόταν στην τυχαία ανάφλεξη μιας φιάλης υγραερίου και ότι οι ομολογίες της που παρουσιάστηκαν στη δίκη είχαν αποσπαστεί με βασανιστήρια. Ευτυχώς, οι δυτικοί συνάδελφοί της, που κινητοποιήθηκαν δυναμικά για να επιτύχουν την απελευθέρωσή της, δεν κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με παρόμοιους κινδύνους. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να πληρώσουν κάποιο τίμημα. Πράγματι, η ελευθερία τους περιορίζεται από πολύ πιο αδιόρατες μορφές λογοκρισίας.

    Ας φανταστούμε -βασιζόμενοι σε πραγματικά γεγονότα- ότι οι εργασίες ενός ερευνητή αποδεικνύουν ότι οι μαθητές ενός σχολείου δεν μαθαίνουν τίποτα ή, ακόμα χειρότερα, ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η σχολική μονάδα τούς εμποδίζει να μάθουν ακόμα και το παραμικρό, καθώς η οργάνωσή της θυμίζει περισσότερο φυλακή παρά σχολείο. Οταν ο ερευνητής θα προσπαθήσει να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του, είναι πολύ πιθανό η πλέον έγκυρη πανεπιστημιακή επιθεώρηση του κλάδου του να θεωρήσει ότι τα συμπεράσματά της δεν ανταποκρίνονται στις μεθοδολογικές απαιτήσεις του εντύπου: κατά τη γνώμη της, έπρεπε να χρησιμοποιήσει ένα αυστηρότερο στατιστικό πλαίσιο ή ένα πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα. Κι όμως, είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς ότι η ίδια επιθεώρηση δεν διατυπώνει καμία παρόμοια κριτική όταν πρόκειται για άρθρα των οποίων τα συμπεράσματα πιθανότατα δεν θα πυροδοτήσουν καμία πολεμική. Στην πρώτη περίπτωση, το πρόσχημα της έλλειψης μεθοδολογικής αυστηρότητας επιτρέπει τη συγκάλυψη της λογοκρισίας με εργαλείο τα επιστημονικά κριτήρια. Στην πραγματικότητα, ο ερευνητής τιμωρείται επειδή αποδεικνύει κάτι που οι υπεύθυνοι και οι φορείς που κατέχουν την εκπαιδευτική εξουσία δεν θέλουν να ακούσουν ή να γίνει δημόσια γνωστό.

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΙΣ
    Ασφαλώς, για κάθε γνωστικό πεδίο που αποτελεί αντικείμενο έρευνας υπάρχουν δεκάδες επιθεωρήσεις. Συνεπώς, ένα άρθρο το οποίο θα απορριφθεί από μία εξ αυτών έχει ακόμα αρκετές πιθανότητες να δημοσιευτεί σε κάποια άλλη. Είναι αληθές, αλλά υπάρχουν κι άλλες μορφές αντιποίνων με πολύ σοβαρότερες συνέπειες. Ετσι, είναι πιθανό ο ερευνητής να αντιμετωπίσει στη συνέχεια μεγάλες δυσκολίες όταν θα αναζητήσει κονδύλια για τα ερευνητικά του προγράμματα: αυτό θα του μάθει τι σημαίνει να αρνείσαι να υπακούσεις στους θεσμούς που ελέγχουν το γνωστικό σου αντικείμενο. Επιπλέον, θα δυσκολευτεί να βρει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για την πραγματοποίηση των ερευνών του ή άτομα που θα είναι πρόθυμα να απαντήσουν στα ερωτηματολόγιά του ή να δεχθούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρατήρησης. Το ίδιο ενδέχεται να συμβεί και όσον αφορά την πρόσβαση στην τεκμηρίωση που θα χρειαστεί. Αντίθετα, οι πιο συνετοί ερευνητές, των οποίων οι εργασίες δεν ενοχλούν τους θεσμούς που θα μπορούσαν να τους δημιουργήσουν παρόμοια προβλήματα, έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν ανενόχλητα το ερευνητικό τους έργο.

    Καθώς οι συγκεκριμένες μέθοδοι ελέγχου είναι αρκετά οφθαλμοφανείς, καταγγέλλονται από την επιστημονική κοινότητα και δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται υπερβολικά συχνά. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλες μορφές λογοκρισίας, ακόμα πιο ύπουλες κι επικίνδυνες, οι οποίες κρύβονται πίσω από αθώες ή και αξιοσέβαστες ονομασίες. Χωρίς αμφιβολία, η χειρότερη από αυτές είναι η «προστασία των ανθρώπινων υποκειμένων της έρευνας». Ο όρος προέρχεται από την ιατρική έρευνα, όπου αποδείχθηκε αναγκαίος για να προστατευθούν τα άτομα από τις καταχρήσεις που διαπράττουν αδίστακτοι γιατροί ή γιατροί που αδιαφορούν για τις ανθρώπινες και κοινωνικές επιπτώσεις των πειραμάτων τους. Για παράδειγμα, τα μέλη μιας ερευνητικής ομάδας με παρόμοια νοοτροπία, τα οποία μελετούν το κατά πόσον ο καρκίνος μπορεί να συμπεριφερθεί ως λοιμώδης ασθένεια, θα μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό να εισαγάγουν καρκινικά κύτταρα σε υγιή άτομα και να παρακολουθήσουν την εξέλιξή τους. Φυσικά, τα άτομα που θα καλούνταν να συμμετάσχουν σε παρόμοιο πείραμα θα αρνούνταν εάν γνώριζαν την πραγματική φύση του. Ομως, οι ερευνητές θα μπορούσαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι, σε τελική ανάλυση, η πρόοδος της επιστήμης απαιτεί θυσίες ανθρώπινης ζωής -είτε με τη συγκατάθεση των ατόμων είτε όχι- και ότι, συνεπώς, δεν πρέπει να τους πουν την αλήθεια.

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ
    Μπορεί ένα τόσο ακραίο παράδειγμα να είναι ανατριχιαστικό, εντούτοις πολλά πραγματικά περιστατικά δεν απέχουν και πολύ από αυτήν την πραγματικότητα. Στη Βόρεια Αμερική, για να αποφευχθεί μια ενδεχόμενη τέτοια κατάχρηση εμπιστοσύνης, με τα σκάνδαλα που συνεπάγεται, οι εμπλεκόμενοι κυβερνητικοί θεσμοί έχουν επιβάλει στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, που συνήθως συνδέονται με αυτά, ορισμένες απαιτήσεις, οι οποίες αρχικά δεν υπάγονται σε ιδιαίτερα αυστηρούς περιορισμούς. Στο εξής κάθε επιστημονική έρευνα της οποίας το αντικείμενο είναι ανθρώπινα όντα οφείλει να εξασφαλίζει την έγκριση μιας επιτροπής η οποία αποτελείται από καθηγητές και μέλη που ορίζονται από την κυβέρνηση και τη δημόσια διοίκηση. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας και η ακριβής φύση των κριτηρίων αξιολόγησης αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια κάθε ακαδημαϊκού ιδρύματος.

    Από αυτές τις αξιέπαινες προθέσεις γεννήθηκε ένα τέρας: το Human Subjects Review Board (Επιτροπή Αξιολόγησης των Ερευνών πάνω σε Ανθρώπινα Υποκείμενα). Δεν διαθέτουν όλα τα ακαδημαϊκά ιδρύματα παρόμοια επιτροπή, όπως επίσης και όλες οι επιτροπές δεν διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες. Συχνά, το καθηγητικό σώμα έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει τον έλεγχό τους, έτσι ώστε να λειτουργούν χωρίς να εμποδίζουν το ερευνητικό έργο. Ομως, σε πολλές περιπτώσεις, οι επιτροπές έχουν μεταβληθεί σε πραγματική μάστιγα, η οποία εξαπλώνεται πέρα από οτιδήποτε θα μπορούσαν να φανταστούν η αμερικανική και η καναδική κυβέρνηση.

    Η διαδικασία αξιολόγησης έχει λάβει τέτοια μορφή και βαρύτητα ώστε, εάν εφαρμοζόταν παντού, θα καθίστατο σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, και ιδιαίτερα σε εκείνες που στηρίζονται στην επιτόπια παρατήρηση κοινωνικών δομών (ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και πολιτική επιστήμη). Ο ερευνητής που παρατηρεί άτομα που κινούνται στον ιδιωτικό ή στον εργασιακό τους χώρο οφείλει θεωρητικά να εξασφαλίσει γραπτή άδεια από κάθε πρόσωπο, αφού προηγουμένως του εξηγήσει όλους τους δυνητικούς κινδύνους που εγκυμονεί η παρατήρηση στην οποία θα το υποβάλει. Τη δεκαετία του 1950, πέρασα τρία χρόνια μελετώντας τη ζωή των φοιτητών ιατρικής. Εάν ίσχυαν τότε παρόμοιες προϋποθέσεις, θα έπρεπε να είχα εξασφαλίσει την «πλήρη συγκατάθεσή τους», όπως επίσης και τη συγκατάθεση κάθε εργαζόμενου στο νοσοκομείο ή κάθε ασθενή (δηλαδή εκατοντάδων ατόμων), αφού προηγουμένως θα τους είχα εξηγήσει ποιος ήμουν και τι ακριβώς έκανα. Απλούστατα, η έρευνα που πραγματοποίησα και το βιβλίο που προέκυψε από αυτήν(1) θα ήταν εντελώς αδύνατον να πραγματοποιηθεί.

    Δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις ερευνητικές εργασίες που διεξάγονται σήμερα στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών δεν θα είχαν ολοκληρωθεί εάν εφαρμόζονταν με αυστηρότητα και αμεροληψία οι συγκεκριμένοι κανόνες, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι τελικά δεν εφαρμόζονται. Ορισμένοι ερευνητές βρίσκονται κάτω από στενή επιτήρηση και είναι υποχρεωμένοι να συμπληρώνουν εκατοντάδες έντυπα, να περιγράφουν με ακρίβεια κάθε πράξη στην οποία σκοπεύουν να προβούν και να εγγυώνται ότι θα συμμορφωθούν με κανόνες που είναι αδύνατον να τηρηθούν. Αντίθετα, κάποιοι άλλοι δεν είναι υποχρεωμένοι να νοιάζονται για παρόμοιες δεσμεύσεις, καθώς το μόνο που τους ζητείται είναι να προβούν σε μερικές ασαφείς υποσχέσεις περί σεβασμού των υποκειμένων της έρευνας. Στη συνέχεια μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Εύκολα μαντεύει κανείς ότι ο βαθμός ελευθερίας του ερευνητή συνδέεται στενά με την ιεραρχική θέση του καθενός μέσα στο ακαδημαϊκό ίδρυμα στο οποίο εργάζεται. Οι φοιτητές και εκείνοι που ετοιμάζουν το διδακτορικό τους περνάνε μέρες -ή και ολόκληρες εβδομάδες- ετοιμάζοντας τον φάκελό τους, τη στιγμή που ορισμένοι καθηγητές, οι οποίοι μπορούν να επικαλεστούν το πλήθος των δημοσιεύσεών τους και τη χρηματοδότηση που έχουν λάβει στο παρελθόν, δεν είναι αναγκασμένοι να απασχολούνται με διαδικασίες τέτοιου είδους. Καθώς έχουν αποδείξει ότι ήταν ικανοί να παραγάγουν τον τύπο των εργασιών που το ακαδημαϊκό τους ίδρυμα περιμένει από αυτούς, δεν χρειάζεται να πείσουν μια επιτροπή η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, αποτελείται από ομότιμούς τους και, συνήθως, από ερευνητές λιγότερο διακεκριμένους από τους ίδιους.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
    Η διαφορετική αντιμετώπιση ερμηνεύεται εύκολα εάν κάποιος συνειδητοποιήσει τις πραγματικές ανάγκες των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, να εξασφαλίσουν, δηλαδή, χρηματοδότηση για τα ερευνητικά τους προγράμματα -χρηματοδότηση η οποία είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία τους- να αποφύγουν κάθε σκάνδαλο το οποίο θα μπορούσε να ξεσπάσει στην περίπτωση που θα θιγόταν η σωματική ή η ηθική ακεραιότητα ενός ατόμου που αποτελεί υποκείμενο μιας ερευνητικής εργασίας, να μην ενοχλήσουν κάποιο άτομο ή θεσμό, που δυνητικά θα μπορούσε να μετατραπεί σε εχθρό, εντέλει να μην κηλιδώσουν την καλή εικόνα τόσο των ερευνητών όσο και των ιθυνόντων του ιδρύματος.

    Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι τέτοιες απαιτήσεις προστατεύουν τα υποκείμενα μιας έρευνας μονάχα με έμμεσο τρόπο. Τα πανεπιστήμια φοβούνται μήπως αναφερθεί το όνομά τους στα τηλεοπτικά δελτία επειδή κάποιος από τους ψυχολόγους τους χρησιμοποίησε τις ερευνητικές του εργασίες για να πείσει φοιτητές να συνάψουν ερωτική σχέση μαζί του ή να γράφουν κείμενα στη θέση του. Φοβούνται επίσης μήπως μηνυθούν από κάποιο άτομο το οποίο θα θεωρήσει ότι η δημοσίευση των αποτελεσμάτων μιας έρευνας τράβηξε πάνω του την προσοχή κατά τρόπο ώστε να βλάπτεται, να γελοιοποιείται ή να προσβάλλεται το δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Ο συγκεκριμένος κίνδυνος είναι ιδιαίτερα έντονος στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η τάση για προσφυγή στη Δικαιοσύνη οδηγεί σε ακρότητες, αλλά υπάρχει επίσης και σε άλλες χώρες. Συχνά προβάλλεται η απειλή της υποβολής μήνυσης όταν η δημοσίευση μιας έρευνας αποκαλύπτει μια πληροφορία που βλάπτει τη φήμη ενός ατόμου ή ενός θεσμού.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ
    Για παράδειγμα, οι ερευνητές που προβαίνουν στην αυστηρή επιστημονική ανάλυση των κλοπών ή των καταχρήσεων που διαπράττονται από τους υπαλλήλους και τη διεύθυνση μιας εταιρείας, μπορεί να κατηγορηθούν ότι παραβιάζουν την ιδιωτική ζωή των εμπλεκόμενων ατόμων, κυρίως των υψηλά ιστάμενων στελεχών.

    Εκτός του ότι αυτές οι υποχρεωτικές προφυλάξεις καθιστούν ακόμα πιο δύσκολη την εργασία των ερευνητών, έχουν επίσης και ακόμα βαθύτερες επιπτώσεις. Πράγματι, συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ακαδημαϊκής κουλτούρας όπου οι εξαναγκασμοί και τα όρια που επιβάλλονται στην έρευνα εκλαμβάνονται ως κάτι το φυσιολογικό. Ιδιαίτερα από τους αρχάριους, οι οποίοι δεν μπορούν να αμφισβητήσουν το γεγονός ότι υποχρεώνονται να προσαρμόσουν την ερευνητική τους εργασία στις απαιτήσεις των ακαδημαϊκών θεσμών και καταλήγουν να θεωρούν τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ως κάτι το εγγενές σε κάθε ερευνητικό πρόγραμμα. Ετσι, για τους αμερικανούς φοιτητές που ετοιμάζουν το διδακτορικό τους, το να παρουσιαστούν ενώπιον μιας επιτροπής αξιολόγησης που έχει συσταθεί ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό αποτελεί μέρος της πανεπιστημιακής ρουτίνας και θεωρείται απλώς ένα επιπλέον εμπόδιο που οφείλουν να ξεπεράσουν, τη στιγμή που, στην πραγματικότητα, οι επιτροπές τούς εμποδίζουν να ακολουθήσουν τη διαίσθησή τους.

    Εάν η επόμενη γενιά των ερευνητών αποδεχθεί τους σημερινούς περιορισμούς, το μέλλον των κοινωνικών επιστημών θα είναι εξαιρετικά σκοτεινό. Δεδομένου ότι δεν θα έχουν τη δυνατότητα να διερευνήσουν τις ιδέες που το ακαδημαϊκό κατεστημένο μπορεί να θεωρήσει παράξενες ή ύποπτες, ότι επίσης δεν θα έχουν το δικαίωμα να κάνουν λάθος στην προσπάθειά τους να καινοτομήσουν, θα μετατραπούν απλώς σε ειδικούς των δημοσίων σχέσεων. Οσο κι αν η θεσμοποίηση των ηθικών κανόνων μπορεί να φαίνεται μια εξαίρετη ιδέα για τους ιθύνοντες των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, αποτελεί έναν πραγματικό κίνδυνο για τη γνώση που αυτοί οι θεσμοί υποτίθεται ότι προστατεύουν και αναπτύσσουν.

(1) Howard S. Becker, Blanche Geer, Everett C. Hughes και Anselm Ι. Strauss, «Boys in White: Student Culture in Medical School», University of Chicago Press, 1961;

Πρωτοδημοσιεύτηκε στη LE MONDE diplomatique
και αναδημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 15-05-2011.

Κρίση τραπεζών ή κρίση κρατών;
















    Η σημερινή πολύπλευρη κρίση είναι αποτέλεσμα της μετακίνησης πλούτου και ισχύος από τη Δύση, ιδιαίτερα από την Ε.Ε., στις αναδυόμενες δυνάμεις της Ανατολής. Της διάσπασης της Ε.Ε. σε ελλειμματικές και πλεονασματικές ζώνες. Της άνισης κατανομής πλούτου και εισοδήματος στο εσωτερικό των κοινωνιών της Ε.Ε. Του γεγονότος ότι τα μέτρα που λαμβάνει επιταχύνουν τις προαναφερόμενες ανισότητες.

    Οι δυνάμεις που κερδίζουν στην Ε.Ε. από την κρίση εμφανίζουν ως αποκλειστική αφετηρία και πηγή της κρίσης τα κράτη. Στην πραγματικότητα η κρίση είχε παγκοσμίως ως πηγή της τον ιδιωτικό τομέα. Στο δε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις τράπεζες. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πώς ξεκίνησε η κρίση από τις ΗΠΑ, με την κατάρρευση μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδιωτικών θεσμών οι οποίοι σώθηκαν με την εν μέρει κρατικοποίησή τους. Ανάλογα, στην Ελλάδα, επί κυβέρνησης Καραμανλή, τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης αφορούσαν τον τραπεζικό τομέα.

    Με τις προσβάσεις που αυτός ο τομέας διαθέτει στο ίδιο το Δημόσιο, στα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδιαίτερα στην τηλεόραση, καθώς και τους εκατοντάδες δημοσιογράφους που έχει στη δούλεψή του, μπόρεσε να αποκρύψει το ρόλο του ως αιτίας και επιταχυντή της κρίσης. Η κρίση είναι αποτέλεσμα της διττής εξυπηρέτησης των συμφερόντων των τραπεζών. Αφενός τα εθνικά κράτη παρενέβησαν ποικιλότροπα προκειμένου να σώσουν τις «δικές τους» τράπεζες, αφετέρου οι ισχυροί της Ε.Ε. υποχρέωσαν τα πλέον αδύνατα κράτη, Ιρλανδία και Ελλάδα -και το ίδιο επιδιώκουν με την Πορτογαλία- να περάσουν σε καθεστώς συγκεκριμένων «μνημονίων» προκειμένου να σωθούν οι τράπεζες των ισχυρών και ιδιαίτερα η κερδοφορία τους.

    Η κρίση της Ελλάδας και της Ιρλανδίας συνδέονται, λοιπόν, διττώς με το τραπεζικό σύστημα. Αφενός οι τράπεζες και οι λανθασμένες επιλογές τους είναι σημαντική αιτία και πηγή της κρίσης. Ιδιαίτερα δε διότι οι ιδιοκτήτες τους απέφευγαν να βάλουν λεφτά από την τσέπη τους προκειμένου να τις σώσουν, ή, ορθότερα, να επενδύσουν τμήμα των υπερκερδών που έκαναν στο παρελθόν στις δικές τους τράπεζες. Και δεν χρειάστηκε να το κάνουν διότι το «έργο» αυτό το ανέλαβε το ελληνικό και το ιρλανδικό κράτος. Αφετέρου η αδύναμη θέση των τραπεζών από τη Γερμανία και τη Γαλλία, πρωτίστως της πρώτης, που δεν είναι ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά, τις έκανε ευάλωτες στις προβληματικές επενδύσεις που είχαν στις ελλειμματικές χώρες. Κίνδυνο που ανέλαβαν να πληρώσουν οι ίδιες οι ελλειμματικές χώρες. Οι τελευταίες υποτάχτηκαν στα βραχυχρόνια συμφέροντα αυτών των τραπεζών.

    Ουσιαστικά η Ε.Ε. αποφάσισε κάτω από την ημιηγεμονία των Γερμανών να καλέσει τους πολίτες του Νότου να πληρώσουν την κρίση από την τσέπη τους και να αφεθεί άθικτο το τραπεζικό σύστημα. Ο θεμελιακός μηχανισμός ήταν ο δανεισμός των τραπεζών με 1% από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, ενώ τα κράτη εξαναγκάστηκαν να δανείζονται με 5% έως και 6,5% από τις τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η τοκογλυφία γνωρίζει σήμερα στην Ε.Ε. ημέρες δόξας. Και το κυριότερο, από τη μετάθεση των κινδύνων από τις τράπεζες στα κράτη του Νότου προέκυψε πληθωρισμός και βαθιά ύφεση, με αρνητικές προοπτικές σε χώρες όπως η Ελλάδα. Κατά συνέπεια ο Βορράς μάλλον μας χρωστά, παρά του χρωστάμε. Αυτό είναι καλό να το θυμούνται όσοι διαπραγματεύονται το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου.

Από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Σε αναζήτηση μοντέλου για την κατανόηση των παγκόσμιων γεγονότων





    Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ κατέληξε σ' ένα καθεστώς υπό το οποίο ο κόσμος ένιωθε σχετικά άνετα να ζει, ένα καθεστώς εύθραυστης διπολικότητας που συχνά αποκαλούνταν «ισορροπία τρόμου».

    Ωστόσο, ακόμη και σ' εκείνη τη σκοτεινή περίοδο τρεις έννοιες επιβίωσαν της ιδεολογικής μυωπίας: το κράτος-έθνος, η ιερότητα της εθνικής κυριαρχίας και η έννοια των συμμαχιών.
Στην περίοδο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο δημιουργήθηκαν συμμαχίες προκειμένου να ενισχυθούν οι δυνατότητες των μικρών κρατών να υπερασπίζονται τα εθνικά τους συμφέροντα, δανειζόμενα προσωρινώς τη δύναμη άλλων, αλλά χωρίς να υποθηκεύουν τη δική τους εθνική κυριαρχία. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου κράτη-έθνη επέλεξαν την ομπρέλα της συλλογικής ασφάλειας για να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς τους με ιστορικούς τους εχθρούς ή να κρύψουν το σκοτεινό τους παρελθόν. Η Τουρκία και η Αλβανία είναι δύο χώρες που μπορούμε να πούμε ότι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Οποιοι κι αν ήταν οι λόγοι ένταξης, η μακροβιότητα των συμμαχιών εξαρτιόταν από την ύπαρξη εχθρών και φόβου.

    Στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου κυριαρχούσαν δύο πολυεθνικές συμμαχίες, το ΝΑΤΟ και το Συμφώνο της Βαρσοβίας. Καθεμιά είχε την άλλη ως λόγο ύπαρξης, ενώ και οι δύο ισχυρίζονταν ότι εξασφάλιζαν ισότητα στη λήψη αποφάσεων, διαφυλάσσοντας έτσι την κρίσιμη έννοια της συλλογικής ασφάλειας και της εθνικής κυριαρχίας. Οι αποφάσεις του ΝΑΤΟ υποτίθεται ότι λαμβάνονταν μέσω συναίνεσης, ενώ τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας επικροτούσαν ομοφώνως τις αποφάσεις που λαμβάνονταν a priori στη Μόσχα.

    Ανεξαρτήτως του τρόπου λειτουργίας αυτών των δύο συμμαχιών σε καιρό ειρήνης, η ύπαρξή τους προσδιόριζε μια εποχή κι έκανε τα θεωρητικά μοντέλα να φαίνονται σύνθετα κι εξελιγμένα. Εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των διεθνών υποθέσεων πολλές άλλες έννοιες που σήμαιναν στην ουσία το ίδιο πράγμα. Μερικές από αυτές ήταν η συλλογική ασφάλεια, η διπολικότητα και η ισορροπία δυνάμεων με την ευρεία έννοια. Ομως όλα αυτά τα πομπώδη μοντέλα ανάλυσης αντικαταστάθηκαν από ένα «σύστημα λέσχης» το οποίο ανέδειξε τις παγκόσμιες συντεχνίες στη θέση που παραδοσιακά ανήκε στα κράτη-έθνη. Τα κράτη και οι κυβερνήσεις ενεργούν τώρα ως συντεχνιακές οργανώσεις. Υπό τον μανδύα ενός «νέου συστήματος» το διεθνές δίκαιο παραγνωρίζεται, οι καταστατικοί χάρτες των συμμαχιών παραβιάζονται, οι συνθήκες και οι διεθνείς κανόνες επαναπροσδιορίζονται, με ψευδολογίες που ταιριάζουν σε μεθυσμένους ναύτες, προκειμένου να διευκολύνουν ενέργειες αμφίβολης νομιμότητας.

    Είναι προφανές ότι οι κερδοσκόποι έχουν χάσει την υπομονή τους με τις τυπικότητες του διεθνούς δικαίου και συνεχίζουν να πιέζουν τις κυβερνήσεις να τους στρώσουν τον δρόμο προς τη συσσώρευση πλούτου. Σ' αυτόν τον τολμηρό νέο κόσμο, οι συντεχνιακές κλίκες προχωρούν σ' αυτό που ένας κάποιος ανόητος, ονόματι Καρλ Μαρξ, θέλησε αλλά δεν πέτυχε: την ισοπέδωση της εθνικής ταυτότητας.

    Σε συναντήσεις που πραγματοποιούνται ετησίως σε απομακρυσμένες περιοχές, μια αυτο-διαιωνιζόμενη κλίκα χαράζει «πολιτικές» για τον υπόλοιπο κόσμο. Νταβός, Μπίντελμπεργκ και Βέιλ (Κολοράντο) παρέχουν ασφαλή φόρα όπου επίδοξοι διανοητές και κυνηγοί του υψηλού κύρους μπορούν να συγχρωτιστούν μακριά από ενοχλητικούς διαδηλωτές. Οι κανόνες διαμορφώνονται ad hoc από ένα κλειστό κλαμπ μεγάλων παικτών σε αναζήτηση παρανομίας. Σ' αυτά τα κονκλάβια δεν χρειάζονται πληβείοι. Κατά παρόμοιο τρόπο δημιουργήθηκε η Ομάδα των Εφτά (G7), μια εντελώς «άτυπη οντότητα», χωρίς κανόνες, καταστατικό χάρτη ή δομή. Με άλλα λόγια, ένα «κλαμπ». Αργότερα, και μάλλον απρόθυμα, έγινε G8 με την προσθήκη της Ρωσίας, ο ρόλος της οποίας υποβαθμίστηκε κατά τη μεταμόρφωση της ομάδας σε G20. Η εμβέλεια της G20 επεκτάθηκε πέραν της Ευρώπης αλλά πάντα χωρίς κανόνες, εκτός από το ότι οι νεοφώτιστοι έπρεπε να συνδέσουν το βαγόνι της οικονομίας τους με τους διεθνείς επενδυτές και να συμπεριφέρονται αναλόγως.

    Σ' αυτό το περιβάλλον, η στρατιωτική ισχύς, το διεθνές δίκαιο και οι συμμαχίες πρέπει ν' αλλάξουν τους ρόλους τους. Η στρατιωτική δύναμη αποδομεί τα κράτη και δημιουργεί ευκαιρίες για «ανάπτυξη», ενώ το διεθνές δίκαιο και οι συμμαχίες μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Στην καλύτερη περίπτωση, οι συμμαχίες αναγκάζονταν να αναλάβουν έναν παθητικό ρόλο έναντι αποφάσεων που λαμβάνονταν εκτός του καταστατικού τους χάρτη και οι διεθνείς οργανισμοί δωροδοκούνταν, εξαναγκάζονταν ή εκβιάζονταν για να δώσουν την ευλογία τους στην παρανομία. Από τους Βαλκανικούς πολέμους της δεκαετίας του '90 και μετά, οι συναινετικές αποφάσεις στο ΝΑΤΟ έδωσαν τη θέση τους σε «συμμαχίες προθύμων». Το δυσλειτουργικό Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ανακηρύχθηκε de facto σε «διεθνή κοινότητα» της οποίας η βούληση μπορούσε να επιβληθεί με έναν από τους δύο τρόπους: με τη μετατροπή του ΝΑΤΟ σε υπηρεσία ενοικίασης ισχύος ή με πλήρη παράκαμψη της Συμμαχίας από τις ad hoc «συμμαχίες των προθύμων». Με την εδραίωση αυτού του σοφίσματος, το ΝΑΤΟ είναι πλέον διαθέσιμο ν' αναλαμβάνει αποστολές «εκτός περιοχής» και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ παρέχει νομιμότητα στην παρανομία.

    Το σύστημα των κρατών-εθνών εξαφανίζεται και ο κόσμος οπισθοδρομεί προς την εποχή της μετα-ναπολεονικής Ευρώπης. Οπως τότε έτσι και τώρα, πέντε αυτοκράτορες αποφασίζουν για την τύχη των εθνών και ενίοτε, όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία, αλληλομαχαιρώνονται. Δυστυχώς η αναζήτησή μας για ένα «χρησιμοποιήσιμο μοντέλο» για την κατανόηση του κόσμου οδηγεί σε ένα προφανές συμπέρασμα: ο κόσμος είναι εκ βουλήσεως και κατασκευής χαοτικός, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος έχουν σβηστεί, ο πόλεμος έχει ιδιωτικοποιηθεί και η εποχή της δουλείας της υψηλής τεχνολογίας επιβάλλεται με αδίστακτους ρυθμούς και μέσα.

Από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Μαΐου 2011